Συνεντευξη του συγγραφεα Νικου Μουρα

Συνεντευξη του συγγραφεα Νίκου Μούρα

“Η επιστημονικη φαντασια, σαν ειδος, πιστευω οτι εχει τη δυναμη απο τη μια να κανει τον αναγνωστη να ξεφυγει απο τη καθημερινη του ζωη και ταυτοχρονα να του θετει προβληματισμους σχετικα με τη φυση του ανθρωπου αλλα και την εξελιξη της κοινωνιας.”

Ο Νίκος Μούρας γεννήθηκε το 1983 στη Μυτιλήνη και σπούδασε μηχανικός στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει σήμερα. Με τη συγγραφή ξεκίνησε να ασχολείται πριν δώδεκα περίπου χρόνια, με διηγήματα τρόμου και φαντασίας αλλά και ελεύθερη ποίηση. Έχει εκδώσει τρία μυθιστορήματα: “Χιόνι τον Αύγουστο (iwrite – 2011), “Σερκλ” (Συμπαντικές Διαδρομές – 2012) και “Συνουσία Δεδομένων (easywriter.gr – 2015).

 

Πρόσφατα δημοσιεύσατε στο easywriter.gr το βιβλίο «Συνουσία Δεδομένων». Ποιο είναι το αντικείμενο του βιβλίου σας και σε ποιους απευθύνεται κυρίως;

Η ιστορία διαδραματίζεται στο μέλλον και έχει να κάνει με έναν προγραμματιστή, ο οποίος αναλαμβάνει να παραδώσει πληροφορίες ώστε να πληγεί ένας ισχυρός επιχειρηματίας. Για λόγους ασφαλείας όμως, η μετάδοση θα γίνει με έναν νέο, για την εποχή, τρόπο: Με ερωτική επαφή μεταξύ του ιδίου και της παράξενης παραλήπτριας. Αυτό φυσικά είναι μονάχα η αρχή, καθώς στην πορεία θα διαπιστώσει πως τα πράγματα δεν είναι ακριβώς όπως τα νόμιζε.

Το βιβλίο απευθύνεται θα έλεγα κυρίως στους οπαδούς της επιστημονικής φαντασίας αλλά επίσης και σε όσους αρέσκονται στη δράση, τις ανατροπές και στους προβληματισμούς που μπορεί να τους θέσει ένα βιβλίο.

Το βιβλίο σας κινείται στο χώρο του Science Fiction. Τι είναι αυτό που σας τράβηξε σε αυτό το είδος και τι σημαίνει η επιστημονική φαντασία για εσάς;

Η επιστημονική φαντασία ήταν ένα από τα είδη που ανέκαθεν με τραβούσε, αρχικά βλέποντας ταινίες και αργότερα, όταν ανακάλυψα μερικούς εξαιρετικούς συγγραφείς και ξεκίνησα να γράφω και ο ίδιος. Σαν είδος, πιστεύω ότι έχει τη δύναμη από τη μία να κάνει τον αναγνώστη να ξεφύγει από τη καθημερινή του ζωή και ταυτόχρονα να του θέτει προβληματισμούς σχετικά με τη φύση του ανθρώπου αλλά και την εξέλιξη της κοινωνίας. Πολλές φορές μάλιστα, όχι μόνο έχει προβλέψει διάφορες εξελίξεις της τεχνολογίας αλλά και έχει επηρεάσει τομείς της επιστήμης. Να πω επίσης, ότι θεωρώ το γράψιμο ενός βιβλίου επιστημονικής φαντασίας ιδιαίτερα απαιτητικό.

Τι είναι αυτό που σας έκανε να ξεκινήσετε τη συγγραφή του βιβλίου; Τι σας ενέπνευσε περισσότερο;

Ιδέες και χαρακτήρες υπάρχουν συνέχεια μέσα στο κεφάλι μου, το θέμα είναι κάποια στιγμή να μπουν σε μία σειρά και να γίνουν μυθιστόρημα. Για το συγκεκριμένο βιβλίο η αφορμή ήταν η παρακολούθηση για δεύτερη φορά μετά από πολύ καιρό, της ταινίας «Johnny Mnemonic» που βασίζεται σε διήγημα ενός πολύ αγαπημένου μου συγγραφέα, του William Gibson. Εκεί μιλούσε για μεταφορά πληροφοριών οι οποίες είναι αποθηκευμένες στον εγκέφαλο. Εγώ το πήγα λίγο παραπέρα!

Επίσης, σχετικά με τον τίτλο, η ιδέα πίσω από αυτόν πιο πολύ είχε να κάνει με μία τρίτη, αν θέλετε κατάσταση ύπαρξης, απλά κόλλησε παράλληλα και με το γενικότερο κόνσεπτ του βιβλίου. Η «τρίτη κατάσταση» στην οποία αναφέρθηκα έχει να κάνει με το γεγονός ότι πέρα από το σώμα και το πνεύμα, ένα μεγάλο κομμάτι αυτού που είμαστε, αποτελείται πλέον και από megabytes. Έχοντας ανεβάσει προσωπικά στοιχεία (αληθινά ή και ψεύτικα), φωτογραφίες, απόψεις στο διαδίκτυο, θεωρώ πως έχει δημιουργηθεί μία ψηφιακή εκδοχή του εαυτού μας, η οποία ενδεχομένως να έχει και μικρή σχέση με αυτό που δείχνουμε στους οικείους μας. Κάτι αντίστοιχο δηλαδή με τις πλευρές του χαρακτήρα μας που μονάχα λίγοι γνωρίζουν. Αποτελούμαστε πλέον και από δεδομένα. Αυτά δεν τα γράφω με κατηγορητικό σκοπό αλλά σαν μία παρατήρηση που έχει να κάνει με την εποχή που ζούμε.

Στη “Συνουσία Δεδομένων” η τεχνολογία της πληροφορίας συνωμοτεί με τις βιοεπιστήμες και έτσι συντίθεται το σκηνικό πάνω στο οποίο εξελίσσεται η ιστορία. Το ερώτημα είναι, συλλάβατε πρώτα το τεχνολογικό αυτό σκηνικό και από εκεί ξεκίνησε η ιδέα ή “εφηύρατε” τις επιστημονικές αυτές εξελίξεις προκείμενου να εξυπηρετήσετε την ιστορία σας;

Είχα πολλές ιδέες εξ’ αρχής, τόσο για τον κορμό της ιστορίας, δηλαδή τις τεχνολογικές εφαρμογές που θα παίξουν βασικό ρόλο στην ιστορία, αλλά και πολλές άλλες σαν συμπληρώματα. Να δώσω μια σχετικά πλήρη ιδέα του κόσμου και της καθημερινότητας των ανθρώπων. Στη πορεία, όσο έμπαινα και ο ίδιος ακόμα βαθύτερα στον κόσμο που είχα φτιάξει, πρόσθεσα και άλλες ιδέες που μου έρχονταν, αλλά πιο πολύ για λεπτομέρειες. Τα βασικά τα είχα σχεδιάσει από πριν.

Θα θέλατε να τονίσετε κάποια ιδιαίτερα μηνύματα μέσα από το βιβλίο σας;

Παρ ‘όλο που δεν είναι αυτοσκοπός η μετάδοση μηνυμάτων, πάντοτε στις ιστορίες μου εμφανίζονται διάφοροι προβληματισμοί και ανησυχίες. Εδώ εκφράζονται κυρίως κάποιες σκέψεις σχετικά με την υπέρμετρη χρήση της τεχνολογίας, όσον αφορά τη βελτίωση του ανθρώπου αλλά και υπαρξιακές. Ποιοι είμαστε κατά βάθος, πόσο αληθινοί είμαστε στις συναναστροφές με τους άλλους, πόσο πραγματικές είναι οι επιθυμίες μας. Αυτό είναι ένα μοτίβο το οποίο εμφανίζεται συχνά στις ιστορίες μου. Είναι δύσκολο να το αποφύγω.

Πιστεύετε πως θα μπορούσατε να ζήσετε στο δυστοπικό περιβάλλον που περιγράφετε; Πόσο διαφορετικός θα ήσασταν;

Δεν θα χαρακτήριζα τον κόσμο που περιγράφεται στο βιβλίο ως δυστοπία, τουλάχιστον σε σύγκριση με τον κόσμο όπως είναι σήμερα. Μπορεί να μοιάζει σκοτεινότερος αλλά πιστεύω ότι αν κάποιος καθίσει να το σκεφτεί, δεν θα βρει ουσιαστικές διαφορές πέρα από την προφανή τεχνολογική εξέλιξη. Κάθε εποχή έχει τα θετικά και τα αρνητικά της. Πιστεύω πως θα μπορούσα να ζήσω εκεί και σίγουρα θα ήμουν διαφορετικός από πολλές απόψεις. Αν είναι καλό ή όχι αυτό, δεν μπορώ να το ξέρω.

Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίσατε κατά τη διάρκεια της συγγραφής του βιβλίου σας;

Το να βάλω την ιστορία σε μία σειρά, καθώς υπήρχαν πράγματα που δεν περιγράφονται άμεσα, αλλά οι επιπτώσεις τους είναι σημαντικές τόσο για την ιστορία αυτή καθ’ αυτή, όσο και για τους ίδιους τους χαρακτήρες. Συνολικά, μαζί με κάποια κενά διαστήματα όπου «ένωνα τα κομμάτια του παζλ», η συγγραφή του βιβλίου διήρκεσε ένα χρόνο. Η βασική ιδέα βέβαια, προϋπήρχε.

Στο βιβλίο σας τονίζεται εμφατικά η έλλειψη ξυλείας. Και χαρτί χωρίς ξυλεία δεν υπάρχει, επομένως δε μπορούν να υπάρξουν και βιβλία. Είναι αυτό κάτι που σας ανησυχεί ως συγγραφέα; Πως βλέπετε το μέλλον του βιβλίου;

Στο βιβλίο υπονοείται από πολλές λεπτομέρειες ότι η κοπή και ως εκ τούτου η επεξεργασία του ξύλου είναι πολύ περιορισμένη και γίνεται μονάχα για συγκεκριμένους σκοπούς και τα βιβλία δεν είναι μέσα σε αυτούς. Τώρα, όσον αφορά το μέλλον προσωπικά δεν ανησυχώ. Τα e-books είναι προϊόν της εποχής και ένα χρήσιμο μέσο για τους συγγραφείς. Πιστεύω πως θα συνεχίσουν να υπάρχουν παράλληλα με τα παραδοσιακά χάρτινα βιβλία. Το ότι το συγκεκριμένο μυθιστόρημα βγήκε σε ηλεκτρονική μορφή ήταν και μία σημειολογική συγκυρία λόγω της σπανιότητας του ξύλου και του χαρτιού που περιγράφεται. Εν τέλει βοηθά τον αναγνώστη να συλλάβει καλύτερα το πνεύμα του κόσμου όπου διαδραματίζεται η ιστορία.

Έχετε διαθέσει το βιβλίο σας στο αναγνωστικό κοινό εντελώς δωρεάν. Τι σας οδήγησε σε αυτή την απόφαση;

Ο χώρος στον οποίο κινείται το βιβλίο θεωρείται ακόμα «περίεργος» στην Ελλάδα και παράλληλα με τις οικονομικές συνθήκες που επικρατούν, είναι δύσκολο για κάποιον παραδοσιακό εκδοτικό οίκο να επενδύσει σε κάτι που δεν είναι ήδη διάσημο. Ζούμε όμως σε μία νέα εποχή όπου το διαδίκτυο είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας και ως εκ τούτου είναι ένα πάρα πολύ χρήσιμο εργαλείο για τους δημιουργούς που επιθυμούν να μοιραστούν το έργο τους. Το να το διαθέσω δωρεάν ήταν κάτι που δεν το σκέφτηκα δεύτερη φορά, καθώς η μεγαλύτερη επιθυμία μου ήταν να το μοιραστώ. Με αυτόν τον τρόπο, οποιοσδήποτε μπορεί να το κατεβάσει, να διαβάσει λίγες σελίδες και αν του αρέσει να φτάσει μέχρι το τέλος.

Θα μας αναφέρετε 2-3 πολύ αγαπημένα σας βιβλία και τους λόγους που σας έκαναν να τα αγαπήσετε;

Το πρώτο βιβλίο που μου έρχεται στο μυαλό είναι ο «Νευρομάντης» του William Gibson, τον οποίο ανέφερα και πιο πάνω. Η σκοτεινή του ατμόσφαιρα, οι πρωτοποριακές για την εποχή ιδέες, η ιδιαίτερη γραφή και οι δυνατοί χαρακτήρες με κέρδισαν εξ ‘αρχής και μάλλον είναι και το αγαπημένο μου βιβλίο γενικότερα.

Επίσης, σε εντελώς διαφορετικό ύφος, θα ανέφερα τον «Ξένο» του Albert Camus. Με λιτές φράσεις σε βάζει να σκεφτείς τόσα πολλά πράγματα και να αναθεωρήσεις πτυχές του εαυτού και της ζωής σου. Παρά τη θεματολογία του, δεν το θεωρώ απαισιόδοξο, το αντίθετο μάλιστα.

Τέλος δεν μπορώ να μην αναφέρω την «Παναγιά των Παρισίων» του Victor Hugo. Αυτή τη τόσο μαεστρικά δομημένη ιστορία, γεμάτη με ανατροπές, συγκινήσεις και εξαιρετικά βαθείς χαρακτήρες. Το θεωρώ αριστούργημα.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας; Ετοιμάζετε κάποιο καινούριο βιβλίο αυτή την εποχή;

Ιδέες υπάρχουν πολλές όπως προείπα, αλλά αυτόν τον καιρό απλώς τις επεξεργάζομαι. Έχω στα σκαριά μία χαλαρή συνέχεια της «Συνουσίας Δεδομένων», στον ίδιο κόσμο λίγα χρόνια μετά και ενδεχομένως με κάποιους κοινούς χαρακτήρες. Η ιστορία όμως θα είναι εντελώς διαφορετική, όπως και οι πρωταγωνιστές. Δεν βιάζομαι όμως, θέλω να έχω μια αρκετά καθαρή εικόνα πριν ξεκινήσω το γράψιμο.

Θα θέλαμε να σας ευχαριστήσουμε ιδιαίτερα γι’ αυτή τη συνέντευξη και να σας ευχηθούμε καλή επιτυχία και παραγωγική συνέχεια στο συγγραφικό σας έργο. Κλείνοντας θα θέλαμε ο τελευταίος λόγος να είναι δικός σας…

Θα ήθελα και γω από τη μεριά μου να σας ευχαριστήσω όχι μόνο για αυτή την συνέντευξη αλλά και για την ευκαιρία που δίνετε στους συγγραφείς να μοιραστούν τις ιστορίες τους με τον κόσμο. Η προσπάθειά σας είναι αξιέπαινη και εύχομαι να συνεχιστεί με επιτυχία. Επίσης θα ήθελα να ευχαριστήσω προσωπικά δύο άτομα, τη Χαρά και τον Τάκη για τις συμβουλές, την υπομονή και τη στήριξή τους. Ήταν και οι πρώτοι άλλωστε που το διάβασαν. Η Χαρά επιμελήθηκε επίσης το εξώφυλλο και τη σελιδοποίηση.

Σαν επίλογο, εύχομαι όποιος διαβάσει το βιβλίο, να κρατήσει μέσα του έστω και δύο λέξεις. Σας ευχαριστώ πολύ.

 

Κατεβαστε ΔΩΡΕΑΝ τo βιβλιo του Νικου Μουρα “Συνουσια Δεδομενων”: εδω

Add a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *