Συνεντευξη του συγγραφεα Ιωαννη Ραυτοπουλου

rautopoulos-interview2

Πρόσφατα δημοσιεύσατε στο easywriter.gr το μυθιστόρημα «Η δίφωνη φούγκα». Ποιο είναι το αντικείμενο του βιβλίου σας και σε ποιους απευθύνεται κυρίως;

Δύο αράχνες παραμονεύουν τα περάσματα της ζωής μας, εκεί που δεν υπάρχει άλλο μονοπάτι, ούτε παράκαμψη, αλλά ούτε και πισωγύρισμα. Η πρώτη, παραμονεύει το πέρασμα προς την ενηλικίωση και η δεύτερη, η χειρότερη, το πέρασμα προς το γήρας. Κανείς δεν ξεφεύγει την αιχμαλωσία πάνω στον εφιαλτικό ιστό, όπου θα τον τυλίξει στο κουκούλι της που θα τον αλλάξει εξωτερικά, φυλακίζοντας το ανύποπτο παιδί, που αργεί να συνειδητοποιήσει πως μεγάλωσε ή τον νέο που αργεί να συνειδητοποιήσει πως γέρασε… Μέσα σε αυτό το σκηνικό, παρεισέφρησαν δύο μεγάλα κοινωνικά προβλήματα, η «καζούρα» και η απομόνωση του διαφορετικού παιδιού (δεν θέλω να χρησιμοποιήσω τον μοντέρνο όρο “bullying” θα ήταν άδικο προς τους παλιούς μου συμμαθητές, έτσι το αφήνω να το κρίνει ο αναγνώστης…). Το δεύτερο πρόβλημα, η ακούσια αδιαφορία των νεότερων (εκεί συμπεριλαμβάνω και τους μεσόκοπους, που γίνονται πιο εγωιστές, βλέποντας την ζωή τους να σπαταλιέται δίπλα σε ένα ανήμπορο γέρο), που στερούν τον άνθρωπο τους το σημαντικότερο αγαθό, που είναι η θαλπωρή… Και μαζί τους, ξεπηδούν οι ενοχές, που σκουπίζουμε σε μια γωνιά…

Τι είναι αυτό που σας έκανε να ξεκινήσετε τη συγγραφή του βιβλίου; Τι σας ενέπνευσε περισσότερο;

Τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο να γράψει κάτι και να το μοιραστεί με όποιον θα τον ενδιέφερε; Ίσως η επιθυμία να αφήσει το στίγμα του, όπως παλιά κάναμε στους κορμούς των δένδρων σε κάποια ειδυλλιακή τοποθεσία που βρεθήκαμε… Ακόμη πιο έντονη για μένα, η επιθυμία να «εκτεθώ!» στα μάτια του κόσμου, όπως υπήρξα, με τα ελαττώματα, τις κακές πτυχές μου… Είναι ορισμένα πράγματα, που καταχωνιάζει ο καθένας στα πιο κρυφά εσώψυχα… Οι ενοχές… Συχνά λέω πως γράφω για αυτές και μόνον! Σαν εξομολόγηση, η σαν ομολογία απέναντι στον υπέρτατο δικαστή… Κάποια στιγμή τις σβήνουμε από την μνήμη μας και πειθόμαστε πως δεν έγιναν ποτέ! Όπως σκουπίζουμε κάτι που λερώσαμε… Μα όχι πιο πέρα από την σοφίτα… Και αν μια μέρα ανοίξουμε την πόρτα της, θα ξεχυθούν έξω σαν οχετός! Θέλησα λοιπόν να «εκτεθώ» χωρίς φτιασίδια και μάσκες και να περιγράψω κάποια δύσκολη στιγμή της ζωής μου. Μα ταυτόχρονα, θέλησα να περιγράψω και κάποιες στιγμές του πατέρα μου, διότι με κάποιο τρόπο τις επηρέασα… Όλη αυτή η διαδικασία, μου θύμισε πολύ κάποιο είδος μουσικής, την «φούγκα» όπου διάφορα επαναλαμβάνονται από την δεύτερη φωνή μουσικά παραλλαγμένη, έτσι έδωσα αυτό το όνομα στο δίδυμο βιβλίο μου, και η πρώτη φωνή αφορά εμένα, ενώ η δεύτερη τον πατέρα μου, αφού πιστεύω ότι παραλληλίζονται οι ψυχικές καταστάσεις στις στιγμές της ζωής που διάλεξα. Δεν πιστεύω ότι ξαφνικά έγινα συγγραφεύς, απλά είμαι ένας απλός άνθρωπος που προσπάθησε να γράψει αυτά που θα έφθαναν μέχρι τα μπροστινά δόντια και δεν τολμούσαν να πηδήξουν έξω!

Το βιβλίο σας αναφέρεται αποκλειστικά σε μυθιστορηματικά γεγονότα ή εμπεριέχει και βιωματικά στοιχεία;

H ζωή εκτυλίσσεται σε δύο σκηνικά. Το πρώτο είναι τα γεγονότα, το δεύτερο αυτά που δεν βλέπουμε, δεν αγγίζουμε, μα είναι και τα δύο μέρος της. Πως θα μπορούσα να περιφρονήσω μέρος της ζωής; Έτσι, ένα μέρος είναι μυθιστορηματικό, μικρό, αλλά σημαντικό! Μα η βάση και το μεγαλύτερο μέρος είναι βιωματικό…

Θα θέλατε να τονίσετε κάποια ιδιαίτερα μηνύματα μέσα από το βιβλίο σας;

«Οι καλές σχέσεις, είναι κάτι σαν το ρολόι, που ενώ δεν το αποχωριζόμαστε, συχνά ξεχνούμε πως το φορούμε… Μα αν το χάσουμε θα μας λείψει πολύ!»

«Ο Θάνατος! Δεν είναι τίποτα άλλο από το σβήσιμο των φώτων! Ούτως ώστε να μη βλέπουμε αυτά που μας πνίγουν, που μας πιέζουν… Δεν υπάρχει όλος να τον φοβόμαστε… πιο πολύ θα έλεγα να φοβόμαστε τις κακές πτυχές της ζωής…»

«Οι ενοχές… Δεν υπάρχει άνθρωπος χωρίς αυτές… Κάποια στιγμή τις σβήνουμε από την μνήμη μας και πειθόμαστε πως δεν έγιναν ποτέ! Όπως σκουπίζουμε κάτι που λερώσαμε… Μα όχι πιο πέρα από την σοφίτα… Και αν μια μέρα ανοίξουμε την πόρτα της, θα ξεχυθούν έξω σαν οχετός!»

«πόσο οδυνηρό είναι να παραμερίσουμε ψευδαισθήσεις, να αποδεχτούμε την πραγματικότητα! Έτσι ο κόσμος που ζούμε είναι πλασματικός, φτιαγμένος για να τον αντέχουμε…»

«η απλόχερη ομορφιά γύρω μας, φανερώνεται μόνο όταν η ψυχική μας διάθεση είναι σε διάθεση να την δει…»

«Το μεγαλύτερο δράμα στην ζωή, είναι ότι όταν ζούμε την ευτυχία που μας μέλει, δεν ξέρουμε ότι αυτή ήταν όση είχαμε να δούμε…ονειρευόμαστε κάποια άλλη, πιο ανώτερη, ότι τα πράγματα θα γίνονταν μέρα με την μέρα ακόμη πιο ωραία, πιο βελούδινα… Πρέπει να ζούμε την όποια ευτυχία μας τύχει, με νύχια και με δόντια όσο κρατά…»

«είναι τον καιρό ειρήνης που διαπιστώνουμε πόσο φίλος και αδελφός είναι ο εχθρός μας…»

«Πίσω όμως από την ομορφιά της πατρίδας μας, σαν να σερνόταν μια κρυφή μελαγχολία, τίποτα δεν την δικαιολογούσε, μα ήταν εκεί, κρυμμένη καλά κάτω από τα αρχαία μάρμαρα, τα καθάρια βράχια, την γαλάζια διάφανη θάλασσα-ναι ίσως! Ίσως θα μπορούσε να είχε το χρώμα αυτό, να την βάπτιζα «γαλάζια μελαγχολία» μα το πραγματικό της όνομα είναι «διχασμός» που ποτέ δεν έφυγε, απλά είχε σιωπήσει…»

«η λοιδορία, ή «καζούρα» είναι αναπόφευκτη όταν βρεθεί στο σχολείο κάποιο παιδί διαφορετικό από τα άλλα… για κάποιο λόγο, το ίδιο αποφεύγει να μιλήσει με κάποιον, οι άλλοι αδιαφορούν ή το αγνοούν, ίσως δεν μπορεί να βαπτιστεί «bullying» μα είναι κάτι σημαντικά δυσάρεστο για το θύμα, το οποίο κάποτε θα μπορούσε να καταφύγει σε πολύ κακές λύσεις ή συμπεριφορές…»

«το κατρακύλισμα ενός καλού μαθητή στις επιδόσεις του, θα πρέπει να προβληματίζει γονείς και καθηγητές, θα πρέπει να ερευνάται η αιτία και να δίνεται η κατάλληλη βοήθεια σε αυτόν… πολλά μπορούν να αποφευχθούν, ακόμη και ολέθρια αν γίνει κάτι τέτοιο…»

«ο άνθρωπος, εξακολουθεί να έχει ανάγκη από κάτι να προσμένει, να ονειρεύεται, όσο και να γεράσει… Δεν φθάνει κάποιος να ζει, να έχει να φάει και στέγη να μείνει! Τα όνειρα και οι προσδοκίες είναι η τροφή της ψυχής, χωρίς αυτά, ο άνθρωπος είναι ένα κενό κουφάρι, που αναπνέει, τρώει πίνει και κοιμάται ενώ μέσα του δεν υπάρχει τίποτα άλλο από μια νεκρή ψυχή… Αυτό μπορεί να οδηγήσει κάποιον ηλικιωμένο σε άσχημες καταστάσεις…»

«πάνω από μια άνεση, που παρέχεται μέσω πληρωμένων «υποκατάστατων» των παιδιών του ή συγγενών, ο γέρος έχει ανάγκη από θαλπωρή… Η απαιτητική σε χρόνο σύγχρονη ζωή, μας κάνει να «αμελούμε» τους ηλικιωμένους φροντίζοντας μόνο τις απαραίτητες υλικές ανάγκες και όχι τόσο τις ψυχικές… Είναι ακόμη ένας ζωντανός άνθρωπος με δικαιώματα, όχι κάποιος που παρανόμως ζει!»

«κάπου αχνά, μέσα στο βιβλίο θίγεται η έννοια της ευθανασίας… Θέμα γεμάτο αγκάθια, αντιγνωμίες… Θα σας το πω: Έχω ταχθεί υπέρ, έχω το θάρρος να το πω, υπό κάποιους όρους που έχω θέσει στον εαυτό μου… Κάποιος άλλος ίσως θα έχει διαφορετικούς και κάποιος θα είναι τελείως αντίθετος, μα αυτή είναι η γνώμη μου και δεν θα ήθελα να τελειώσω το βιβλίο μου φορώντας την μάσκα που είχα βγάλει…»

Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίσατε κατά την συγγραφή του βιβλίου σας;

Το να μπω στον πειρασμό να κρύψω πράγματα…

Ποια η σχέση σας με την μουσική;

Αν και δεν σπούδασα ποτέ μουσική, είμαι αυτοδίδακτος και παίζω ακορντεόν και πιάνο… Στην αρχή χωρίς να ξέρω νότες, μα αργότερα διάβασα μουσική-με βοήθησε το ότι η κόρη μου πήγε στο ωδείο, οπότε και διάβαζα τα βιβλία της…τελικά η μεγάλη μου αγάπη είναι το πιάνο, η κλασσική μουσική, μα δεν μπορώ να πω ότι έχω πετύχει πολύ ψηλό επίπεδο σαν πιανίστα. Ο Μπαχ πάντα με μάγευε, και μου άρεσε να παιδεύομαι μαθαίνοντας να παίζω τις φούγκες του…

Θα μας αναφέρετε 2-3 πολύ αγαπημένα σας βιβλία, ελληνικά ή ξένα, και τους λόγους που σας έκαναν να τα αγαπήσετε;

Η μεγάλη αγάπη μου είναι η ποίηση, ξεχωρίζω το «γυμνή μπροστά στον καθρέπτη» της Στέλλας Καραμολέγκου, τα κείμενα της είναι γεμάτα γλυκύτητα, γαλήνη, ανθρωπιά, αποδίδει τέλεια ψυχικές καταστάσεις… Σαν πεζογράφο ξεχωρίζω τον Νίκο Μπακόλα, ζωντανεύει μπροστά στα μάτια μας μια ζοφερή εποχή, από όλες τις γωνίες, που ενώ γράφει πεζογράφημα, τα κείμενα του θα μπορούσαν να είναι ποιήματα… Φυσικά, υπάρχουν και άλλοι, μα περιορίζομαι σε αυτά που ανάφερα…

Ποια είναι τα σχέδια σας; Ετοιμάζετε κάποια άλλο βιβλίο αυτή την εποχή;

Ναι, υπάρχει κάποιο άλλο βιβλίο, που στην πραγματικότητα προηγήθηκε του τωρινού, μα τώρα είμαι έτοιμος να το δημοσιεύσω. Είναι κάτι τελείως διαφορετικό, μια περιπέτεια, που διαβάζεται ευχάριστα, καμία σχέση με την «δίφωνη Φούγκα»… Θα πω πιο πολλά εν καιρώ…

Θα θέλαμε να σας ευχαριστήσουμε ιδιαίτερα γι’ αυτή τη συνέντευξη και να σας ευχηθούμε καλή επιτυχία και παραγωγική συνέχεια στο συγγραφικό σας έργο. Κλείνοντας θα θέλαμε ο τελευταίος λόγος να είναι δικός σας…

Ήθελα να διευκρινίσω ότι δεν είμαι επαγγελματίας συγγραφεύς, ούτε είχα κάποτε σχέση με τον χώρο αυτό… Υπήρχε όμως η ανεπίσημη σχέση, διότι έγραφα από μικρό παιδί… Ποτέ όμως δεν μοιράστηκα τα γραπτά μου με κανέναν, τα κράταγα μυστικά σε κάποιο κρυφό μέρος του δωματίου. Τελευταία με νίκησε η ανάγκη να μοιραστώ αυτά που γράφω με άλλους… Δεν ξέρω αν κάποιος θα εκτιμήσει αυτά που γράφω, μα είναι το τελευταίο που με απασχολεί… Σημασία έχει ότι άφησα το αποτύπωμα μου πάνω στον φλοιό του δέντρου της ζωής…
Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας!
Ιωάννης Ραυτόπουλος

 

Κατεβαστε το βιβλιο «Η διφωνη φουγκα»: εδω

One Comment

Add a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *